Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

Η συγκλονιστική μαρτυρία του κολντεριώτη Δημήτρη Μαυρουδή (Τζανινά) για τα γεγονότα του ξεριζωμού (από το αρχείο του Δημήτρη Λιακάκου)

(Μαρτυρία για τον ξεριζωμό του Δημήτρη Μαυρουδή ή Τζανινά, που μετά τα γεγονότα ζούσε στο Ανατολικό Εορδαίας, όπως την είχε διηγηθεί στον δάσκαλο του Ανατολικού Γεώργιο Κ. Πουμπουλίδη περί το 1972). Από ανάρτηση του Δημήτρη Λιακάκου στο Facebook.
       Ο Δημήτριος Μαυρουδής γεννήθηκε στο Κόλντερε το 1900 και μετά το Δημοτικό πήγε στη Μαγνησία όπου έμαθε λογιστικά και δούλεψε εκεί. Είχε καλή παιδεία, μιλούσε καθαρευουσιάνικα και ήταν καλλιγράφος. Διετέλεσε για πολλά χρόνια, εδώ, γραμματέας της Ένωσης Γεωργικών Συνεταιρισμών. Αναφέρει λοιπόν στη μαρτυρία του για την περίοδο 1919-1922 από τη Μαγνησία στην οποία έμενε :
στρατηγός Αν. Παπούλας
       "Από τον Μάρτιον του 1922 τα πράγματα έδειχναν ότι δεν πήγαιναν καλά και διεδίδετο ότι θα δημιουργηθεί "Εθνική Άμυνα" με αρχηγόν τον Αναστάσιον Παπούλιαν, στρατηγόν και τον Σμύρνης Χρυσόστομον και ότι η Σμύρνη θα κηρυχθεί Αυτόνομος με τοπικήν Βουλήν. Όλοι ήμασταν αισιόδοξοι και ενθουσιασμένοι εκ της διαδόσεως αυτής διότι τον Παπούλιαν τον είχαμε για πραγματικόν φίλον και προστάτη μας. 
       Όταν όμως παρητήθη και ανέλαβεν ο Στρατηγός Χατζηανέστης, επήλθεν απογοήτευσις. Ούτος, αργότερον κατεδικάσθη υπό Εκτάκτου Στρατοδικείου εις θάνατον και εξετελέσθη ως υπεύθυνος της Μικρασιατικής Καταστροφής τον Σεπτέμβριον του 1922. Ο νεοδιορισθείς Ύπατος Αρμοστής Σμύρνης Στεργιάδης, έτρεφε φιλοτουρκικά αισθήματα και δεν εδέχετο τους Έλληνας εις ακρόασιν προκειμένου να του εκθέσουν την εκ μέρους των Τούρκων κακομεταχείρισίν των. Αποτέλεσμα τούτου υπήρξεν να ενθαρρυνθούν ακόμη περισσότερον οι Τούρκοι και να προβαίνουν εις βιαιοπραγίας τόσον κατά των γύρω χωρίων όσον και των απομεμακρυσμένων αστυνομικών σταθμών. Δια τούτο αυτός θα φέρει αιωνίως την κατάραν του ΜΙκρασιατικού Ελληνισμού, δια τα δεινοπαθήματα του οποίου την μεγαλυτέραν ευθύνην φέρει ούτος.
Ο Ύπατος Αρμοστής Αριστ. Στεργιάδης

       Την 21-08-1922 εντελώς απρόοπτα, ήρχισεν ο ξεσηκωμός, ο ξεριζωμός μας. Εγώ ηργαζόμην εις εμπορικόν κατάστημα εις Μαγνησίαν. Διεδόθη ότι η γραμμή του Ελληνικού Στρατού έσπασε και ότι ο Ελληνικός Στρατός οπισθοχωρεί. Ο καταστηματάρχης, πληροφορούμενος ότι η Μαγνησία αναφλέγεται, αφού αφαίρεσε από το κατάστημα ό,τι ηδύνατο να μεταφέρει, περιχύνει το κατάστημα με δοχεία πετρελαίου και το δίδει φωτιά δια να μη πέσει στα χέρια των Τούρκων.
       Από την Μαγνησίαν περνούσε η γραμμή των τραίνων που ερχόταν από το Πάνορμον και την Φιλαδέλφειαν και κατευθυνόταν προς την Σμύρνην. Τα τραίνα όμως τώρα είναι γεμάτα από στρατιώτες και πολίτες τόσους πολλούς που οι περισσότεροι, απεγνωσμένα, εκκρέμοντο από τις πόρτες και τα παράθυρα του τραίνου, άλλοι δε, είχαν ανεβεί εις το επάνω μέρος των βαγονίων. Και εμείς, προ του απογοητευτικού τούτου θεάματος, διότι βλέπαμε με τα μάτια μας την οπισθοχώρησιν του Ελληνικού Στρατού, πήραμε την απόφασιν να εγκαταλείψωμεν την Μαγνησίαν. Φορτώσαμε εις πέντε κάρα του αφεντικού μου όσα πράγματα μπορούσε να μεταφέρει και κατευθυνθήκαμε προς την παραλίαν της Σμύρνης. 
        Η Σμύρνη είχεν συγκεντρώσει σχεδόν όλον τον Ελληνισμόν της Μ. Ασίας. Τα πάντα, σπίτια και ξενοδοχεία, είχαν γεμίσει και οι περισσότεροι περιεφέροντο εις την παραλίαν μη γνωρίζοντας τι να πράξουν. Εγώ, με το αφεντικό, καταλύσαμε στο ξενοδοχείον "Μ. Ασία". Πολλοί κατευθύνθηκαν προς το ακρωτήριον Τσεσμέ. Πολλοί μπήκανε στα καράβια, όπου έμεναν πληρώνοντας. Το αφεντικό μου πλήρωσε καράβι και με τρεις άλλας οικογενείας κατευθύνθηκε προς την Ελλάδα. Εγώ παρέμεινα με την οικογένεια του θείου μου.. Εν τω μεταξύ, η μανία των Τούρκων ήδη είχε στραφεί κατά των Ελλήνων Μικρασιατών διότι εγνώριζαν ότι και αυτοί πήραν τα όπλα και πολεμούν με το μέρος του Ελληνικού Στρατού για την εκδίωξη του τουρκικού.
       Την 28ην Αυγούστου, από Μπασμαχανέ, μπήκε η φωτιά στη Σμύρνη από αγνώστους και οι Τούρκοι, επί τη ευκαιρία αυτή, άρχισαν να καίουν την πόλιν. Πολλοί Χριστιανοί που είχαν καταφύγει σε εκκλησιές, σε μοναστήρια, οι Τούρκοι, μη λογαριάζοντες ούτε ιερά ούτε όσια, τους συνελάμβανον και τους εφόνευαν. Όταν γενικεύτηκε η φωτιά, ξεχυθήκαμε πλέον εις την παραλίαν. Την ώρα που ανοίξαμε την πόρτα για να βγούμε, μίαν γυναίκα 50 ετών, εις Τούρκος πολίτης της λέγει : «Παρά τσικάρ», βγάλε χρήματα. «Γιοκ» του λέει η γυναίκα και εκείνος την σχίζει με τη λόγχη του και εν συνεχεία την πυροβολεί με το όπλο του.
Η φωτιά όμως έφτασε και εις την παραλίαν με αποτέλεσμα να καίεται από την Πούντα (βόρεια άκρα) ως Παραντάζ (νότια). Μία διεθνής περίπολος, περιφερομένη, έλεγε στους Έλληνας να αποτραβηχτούν για να μη καούν. Πολλοί πέσανε μέσα στη θάλασσα. Τα ξένα πλοία που ήταν αραγμένα δεν μας εδέχοντο. Πάρα πολλοί, επάνω εις την προσπάθειά των να σκαρφαλώσουν επάνω στα πλοία για να μη καούν, έπεσαν στη θάλασσα και επνίγησαν. Τόσον πολλά ήταν τα θύματα που κυριολεκτικά η παραλία γέμισεν από πτώματα. 
        Αφού λοιπόν δεν μπορέσαμε να φύγωμε, μας συγκέντρωσαν οι Τούρκοι και εσχημάτισαν τις λεγόμενες «Αποστολές» με τους έχοντας ηλικίαν 18-50 ετών Έλληνας. Οι πρώτες αποστολές οι οποίες απεστάλησαν προς το εσωτερικόν, εξηφανίσθησαν. Εγώ, με 80.000 – 100.000 πληθυσμού, πήγα εις Μπαλτσόβα, όπου τα έμπεδα του Ελληνικού Στρατού. Επί 4-5 βράδια διαλέγανε τα κορίτσια, τα παίρνανε, τα εκακομεταχειρίζοντο και κατόπιν τα έστελναν πίσω. Κατόπιν, εχώρισαν και εμάς, τους άνδρας τους έχοντας ηλικίαν 18-50 ετών, 6.000 περίπου και μας πήγαν πάλι εις την Σμύρνην. Είδαμε μίαν Σμύρνην ερειπωμένην. Κατά την διαδρομήν, μας είχαν αφήσει μόνον με τα εσώρουχα. Στη Σμύρνην είχαν συγκεντρωθεί οι Τούρκοι και οι Εβραίοι της περιοχής. Οι Εβραίοι μάλιστα, για να δείξουν φιλοτουρκισμό, μέσα από τα πανέρια που είχαν βάλει σπασμένα γυαλιά, τα έριχναν στον δρόμο που περνούσαμε ξυπόλυτοι. Ο δρόμος είχε βαφεί κόκκινος από το αίμα μας. Στον δρόμο μας, κατά διαστήματα, δένανε απρόοπτα σχοινιά και καθώς προχωρούσαμε ταλαιπωρημένοι, συσσωρευόμασταν σ’ εκείνα τα σημεία και πλέον, με γυαλιά και με μαχαίρια, μας έκοβαν τις σάρκες. Μεταξύ μας, είχαμε και τρεις γενειοφόρους, ασφαλώς ήσαν κληρικοί τους οποίους και έσφαξαν. Τον ένα μάλιστα, τον ξύρισαν με τενεκέ που σημαίνει γδάρσιμο. Ύστερα από τα τόσα, φτάσαμε εις Μπουρνάμπασι. Εκεί μας βάλανε εις ένα συρματοπλεγμένο χώρον. 
        Ήδη μείναμε περίπου 5.000 και βγήκαμε στον δρόμο από Σμύρνη προς Μαγνησίαν. Νέος καθώς ήμουν, επεδίωκα να είμαι από τους πρώτους της φάλαγγος. Για μια στιγμή όμως, μπροστά μου, αντίκρυσα έναν Έλληνα ξαπλωμένο με μία ρόδα επάνω στην κοιλιά του τα δε έντερά του βγαλμένα έξω.
Οι αδύνατοι που μένανε πίσω και δεν μπορούσαν να συμβαδίσουν μαζί μας, μαθαίναμε ότι τους σκότωναν οι Τούρκοι στρατιώτες με την φράσιν « χασταχανές γιοτούρ», δηλαδή, «πηγαίνετέ τους στο νοσοκομείο» που σήμαινε να τους σκοτώσουν με την λόγχην. Κατά την διαδρομήν, δεν μας άφηναν να πιούμε νερό. Σε μια βρύση που φθάσαμε, πήραμε λάσπη, την βάλαμε στη φανέλα μας, τη στίψαμε και έτσι δροσίσαμε τα χείλη μας.
       Πλησιάζαμε στην Μαγνησίαν. Αν και προλαβαίναμε να μπούμε στην πόλιν δεν μπήκαμε για να ειδοποιήσουν τους Τούρκους της πόλεως να βγουν και να μας κακοποιήσουν. Το πρωί, αφού συγκεντρώθηκε ο τουρκικός λαός, μπαίναμε στην πόλιν από μια στενή οδό. Καθώς περπατούσαμε, οι Τούρκοι εσκότωναν, άλλοι με μαχαίρια και άλλοι με ξύλα, ή μας τραβούσαν από την φάλαγγα και μας εξαφάνιζαν. Ο δρόμος είχε γεμίσει από πτώματα. Μόνον περί τους 500 εγλυτώσαμε και φτάσαμε εις το προαύλιον του Δημαρχείου "Μπελεντιέ". Από εκεί, πήραν γύρω στους 100 άνδρες για να καθαρίσουν το δρόμο από τα πτώματα, χωρίς όμως να επιστρέψει κανείς από αυτούς, τους σκότωσαν. 
        Από εκεί, μας επήγαν εις ένα μέρος κλειστόν και αφού μας εγύμνωσαν τελείως, ερευνούσαν τα ρούχα μας για να βρουν χρήματα. Εν συνεχεία, μας πήγαν εις το "γεμίς χαν" όπου βρήκαμε και άλλους αιχμαλώτους. Είχε ένα συντριβάνι που το φύλαγαν τρεις στρατιώται και δεν άφηναν κανένα να πιεί νερό. Οι περισσότεροι είχαν πάθει αφυδάτωση και πέθαιναν από αυτήν. Το συντριβάνι γύρω-γύρω, είχε γεμίσει από πτώματα. Η αυλή ήταν περιτοιχισμένη από χοντρό τοίχο. Πολλοί αντελήφθησαν ότι εντός του τοίχου υπήρχαν σωληνώσεις νερού. Έτσι, κρυφά, άνοιξαν οπές και κατόρθωσαν να πιούν λίγο νερό και αρκετοί εσώθησαν. Ο θείος μου που είχε κατορθώσει να κρύψει 50 χάρτινες λίρες, τις έδωσε εις τον Τούρκον σκοπόν και του εκείνος του έδωσε ένα δοχείο νερού που το ήπιαμε τρία άτομα, Τόσο πολύ είχαμε διψάσει. Όσοι μείναμε μας πήγανε σε άλλον χώρον, Τεντιέ. Και ενώ υπήρχε χαμηλά μια βρύση, την ανέβασαν υψηλά. Καθώς δε έπεφτε το νερό από ψηλά σαν βροχή, προσπαθούσαμε να πιούμε όλοι πηδώντας ο ένας πάνω στον άλλο.
       Μετά από αυτά, οι της περιοχής της Μαγνησίας, μας πήραν και μας πήγαν έξω από την πόλιν, 2 χιλιόμετρα μακριά για να μας εκτελέσουν. Μας εγονάτισαν δίπλα στο ποτάμι και ενώ ήταν όλα έτοιμα, μας είχαν βάλει να γονατίσωμεν, φθάνει ένας Τούρκος αξιωματικός, παρουσιάζει ένα χαρτί και μας λέγουν να εγερθώμεν. Μάλλον μας είχε δοθεί χάρη.
       Από εκεί μας βγάζουν στο δρόμο που οδηγεί εις Αϊδίνιον. Καθ' οδόν, πλησιάζομε το χωριό Νυμφαίον. Στην άκρη του χωριού είδαμε δύο σωρούς μεγάλους από καμμένα ανθρώπινα πτώματα. Οι Τούρκοι, δείχνοντάς μας τους σωρούς, μας λένε : "Και σας το ίδιο θα κάνουμε". Όταν μπήκαμε στο χωριό, μας πήγαν στην εκκλησία του χωριού που μόνον οι τοίχοι της μείναν. Δίπλα μου είδα τον Τούρκο να βγάζει με την ξιφολόγχη του το χρυσό δόντι του πατριώτου μου.
       Περνώντας από το αμέσως επόμενο χωριό, οι Τούρκοι βγήκανε, ορμούσαν και σκότωναν όσους μπορούσε ο καθένας. Οι αιχμάλωτοι, δια να σωθούν, διελύθησαν. Ο Τούρκος λοχίας τότε, αναγκάστηκε να πυροβολεί τους κατοίκους στα πόδια για να σταματήσουν. Πολλοί από μας, φύγαν. Πριν φτάσουμε στα Θήρα, ο αξιωματικός έδωσε εντολή τα πάντα εντός της πόλεως να είναι κλειστά, ώστε να μην ορμήσουν οι Τούρκοι και διαλύσουν τους αιχμαλώτους. Αυτό και έγινε. Πλην όμως, οι Τούρκοι κάτοικοι του χωριού διεμαρτυρήθησαν στον ανώτερό τους. Γι αυτό τους επέτρεψαν την επομένην που θα βγαίναμε να μας κακοποιήσουν. Καθώς βγαίναμε μας κυνηγούσαν οι Τούρκοι. Καθώς δε ήταν ανήφορος, πολλοί πέσανε και οι Τούρκοι τους σκότωσαν. Εμένα με χτύπησαν με ένα σίδερο στο χέρι που με πονούσε επί 2-4 μήνες.
Την άλλη μέρα, φτάσαμε στο Αϊδίνιον. Αξιωματικός μας έβαλε να τραγουδάμε το τραγούδι του Κεμάλ για να μη μας πειράξουν οι Τούρκοι. Και, πραγματικά, δεν μας πείραξαν. Μας έκλεισαν σε μια αποθήκη και εκεί προσπαθούσαμε να χορτάσομε με τους ολίγους σπόρους που βρίσκαμε..."






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου