Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013

Αναφορά στα χωριά της Μαγνησίας από συμμετέχοντα στη μικρασιατική εκστρατεία

Πηγή: Ιστολόγιο με τίτλο «ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΗΣ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ»
http://sotosalexopoulos.blogspot.gr/2013/02/blog-post_25.html


Απομνημονεύματα Δημητρίου Γ. Παπανικολάου. Μέρος Δ΄

Στο Δ΄ Μέρος των Απομνημονευμάτων του ο Δημήτριος Παπανικολάου περιγράφει:
-Την άφιξη στη Σμύρνη και μετάβαση στη Μαγνησία.
-Τη μετάβαση και παραμονή στο Παπαζλί.
-Τη μάχη του Παπαζλί.
-Τον εορτασμό του Πάσχα 1920 στο Σουσουρλού Μαγνησίας.
-Τη μάχη και κατάληψη του Τατάρκιοϊ.
Κάποια από τα γεγονότα αυτά περιγράφονται και από το Χρήστο Αλεξόπουλο στο Ημερολόγιό του : Πολεμικό Ημερολόγιο του Χρήστου Αλεξόπουλου (Απόσπασμα 3).
Από το κείμενο των απομνημονευμάτων του Δημητρίου Παπανικολάου αντλούνται σημαντικές πληροφορίες:
α) Η μαρτυρία του για το Θύμιο Γάκη αποτελεί ντοκουμέντο. Επιβεβαιώνει το θάνατο του πρώην λήσταρχου και αργότερα καπετάνιου στο Παπαζλί και την ταφή του στη Μαγνησία. Μάλιστα μεταβαίνοντας στο Παπαζλί με το τμήμα του, συνάντησαν στο δρόμο το κάρο με τη σορό του Θύμιου Γάκη, το οποίο μετέβαινε στη Μαγνησία.
β) Σημαντική είναι η αναφορά του για Φθιώτες εγκατεστημένους σε χωριά της Μαγνησίας (Παπαζλί, Κόλντερε, κ.ά.). Για το θέμα αυτό βλέπε και Φθιώτεςμετανάστες στη Μικρά Ασία (18ος αι. – 1922).
γ) Στη μάχη για την κατάληψη του Τατάρκιοϊ ο Δεκανέας Δημήτριος Παπανικολάου βρίσκεται δίπλα στον Ταγματάρχη Στέφανο Σαράφη, μετέπειτα στρατιωτικό διοικητή του ΕΛΑΣ. Μάλιστα είναι αυτόπτης μάρτυρας του θανάτου του εφέδρου Ανθυπολοχαγού ή Ανθυπασπιστή Σκούρα Ιωάννη από την Τσούκα (βλέπε υποσημείωση 9).
Ακολουθεί το κείμενο:




B΄ ΠΕΡΙΟΔΟΣ: ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗ ΣΤΟ 5/42 ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΕΥΖΩΝΩΝ


4. Μικρασιατική Εκστρατεία

Άφιξη στη Σμύρνη
Φθάσαμε στη Σμύρνη στις 10 Ιουνίου. Μόλις αποβιβαστήκαμε, οι Έλληνες της Σμύρνης, που ήτανε η πλειονότης, μαζεμένοι στην παραλία μας ζητωκραυγάζανε και χτυπούσανε παλαμάκια.
Περιεργάζοντας από το πλοίο τη Σμύρνη, ήτανε ακριβώς όπως ο Βόλος με το Πήλιο και τα χωριά(Εικ.1). Ακριβώς και η Σμύρνη με τα απάνω τα χωριά, τον Μπορνόβα και άλλα. Και το ωραίο προάστιο αριστερά της Σμύρνης το Κορδελιό (Εικ.2). Εκεί παραθέριζε η αριστοκρατία της Σμύρνης κάνοντας τα μπάνια τους το καλοκαίρι.
Αποβιβαστήκαμε εν μέσω των «ζήτω» και των παλαμάκιδων. Κατασκηνώσαμε προσωρινώς εις ένα χώρο και χωθήκαμε στην πόλη να την γνωρίσουμε.

Στο «Καφέ-Φώτη»
Βαδήσαμε την ωραία παραλία που είχε και τράμ με άλογα (Εικ.3). Φθάσαμε με την παρέα μου στο τέρμα που ήτανε και το αριστοκρατικό. Είδα μία επιγραφή που έλεγε «Καφέ-Φώτη»[1]. Αμέσως μπαίνουμε μέσα. Ήτανε Έλληνες θαμώνες και Τούρκοι. Καθήσαμε σε ένα τραπέζι και παραγγείλαμε καφέ. Μας τον έφερε βαρύ γλυκό. Τον ήπιαμε και σηκωθήκαμε να φύγομε μήπως τυχόν είχε καμία μετακίνιση το τμήμα μας. Φωνάζομε το γκαρσόν να πληρώσομε, μου λέγει ότι είναι πληρωμένα από κάποιον Έλληνα. Μας τον έδειξε, τον ευχαριστήσαμε και φύγαμε για το τμήμα μας.

Η υποδοχή στον Μπουρνόβα
Την άλλη μέρα βαδίσαμε για τον Μπορνόβα (Εικ.4), πιο πάνω από τη Σμύρνη. Εκεί δεν είχε περάσει ακόμα στρατός ελληνικός. Μόλις φθάσαμε στην πλατεία του χωριού, που ήτανε όλοι Έλληνες, χύμηξαν απάνω μας άντρες, γυναίκες, κορίτσια! Να μας αγκαλιάζουν και να μας φιλούν κλέγοντας, νομίζοντας οι φουκαράδες πως πλέον ήτανε το τέλος της τυραννίας τους! Δυστυχώς όμως ήλθε αργότερα το τέλος το δικό τους….
Αμέσως λοιπόν μας γδύσανε μας πήρανε τα άπλητα και τα πλύνανε στο πί και φί. Τα σιδερώσανε, τα λευκάνανε που ήτανε μαύρα από τα κάρβουνα του παποριού. Μας τα φέρανε, δεν τα γνωρίζαμε από την μεγάλη ασπράδα που είχανε.
Μείναμε εκεί περίπου μία εβδομάδα. Στο μεταξύ αυτοί μας κουβαλούσαν φρούτα, γλυκά, φαγητά και ότι άλλο μπορούσανε να μας προσφέρουν. Τόσο ήτανε η αγάπη τους, που ακόμη και την καρδιά τους να μας δόσουν, που ήδανε και πάτησε ελληνικός στρατός στα χώματά τους. Την τόσο καλή υποδοχή δεν την συνήντησα σε άλλα μέρη που επισκέφθημεν αργότερα. Την έφερνα στο νου μου πάντοτε μέχρι σήμερα…..

Στη Μαγνησία
Από εκεί βαδίσαμε για την Μαγνησία, όπισθεν. Περάσαμε πορεία κάτι δύσβατα μέρη και πέσαμε στην πόλη της Μαγνησίας (Εικ.5,6). Μεγάλη πόλη αλλά λίγοι Έλληνες. Είχε απέραντο κάμπο, στη μέση μεγάλο ποτάμι και σιδηρόδρομο. Ερχότανε από τη Σμύρνη περνώντας από τη Μαγνησία, Φιλαδέλφεια, Ουσάκ, Αφγιόν Καραχισάρ, Εσκή Σεχήρ.
Ο κάμπος ήτανε όλο αμπέλια και οπορωφόρα δέντρα. Πιο πέρα από τη Μαγνησία ήτανε τα αρχαία ερείπια των Σάρδεων, πρωτεύουσα πότε των Ελλήνων και πότε των Περσών. Στας παρυφάς της πεδιάδας ήτανε πολλές συκοκαλλιέργειες. Τα ξερένανε για το εμπόριο.
Μείναμε εκεί αρκετές μέρες. Μία ημέρα ο Λόχος μου, η δευτέρα πολυβολαρχία δηλαδή που είχε ανασυνταχθεί και πάλι καλά, κάναμε πορεία προς το άνω μέρος της Μαγνησίας. Βγάλαμε και φωτογραφία όλος ο Λόχος, αναμνηστική (Εικ.7). Πήραμε όλοι από μία ως ενθύμιο. Την κρατούσα μέχρι την Κατοχή των Γερμανών, οπότε κάηκε μαζί με το σπίτι.
Γυρνώντας τώρα στην πόλη, με πέρνανε οι αξιωματικοί των Λόχων σαν διερμηνέα και πηγαίναμε στην αγορά. Ψωνίζαμε τρόφιμα, κρέατα και ζαρζαβατικά.

Ο Τούρκος πρόσφυγας από τη Λάρισα
Όταν είχα την ευκαιρία πήγαινα και καθόμουνα στα τούρκικα καφενεία. Μου άρεσε να κουβεντιάζω με τους Τούρκους που έζησα τόσα χρόνια μαζί τους στην Πόλη και τους συμπαθούσα.
Μια μέρα περνούσα απόξω από ένα καφενείο συνοικιακό (Εικ. 8). Βλέπω ένα γέρο και καθότανε απέξω μόνος του. Κάθησα δίπλα του για να του πιάσω κουβέντα για πλάκα. Αμέσως μου δίνει την ταμπακέρα του για τσιγάρο, οι Τούρκοι ως πρώτη δουλειά τους ήτανε να σου προσφέρουν την ταμπακέρα τους, για να αποκτήσουν τη συμπάθειά σου. Έκαμα τσιγάρο και πιάσαμε κουβέντα. Με ρωτά:
-Από ποιο μέρος είσαι παιδί μου; «Σνέρα λύσε ογλούμ», δηλαδή «από πού είσαι παιδί μου;»[Nerelisiniz oglum].
Του λέγω:
-Από το Ζητούνι, δηλαδή τη Λαμία.
-Εγώ, μου λέγει, είμαι από το Γενησεχίρ, τη Λάρισα δηλαδή. Όταν ήλθαν οι Έλληνες εκεί, έφυγα για τη Θεσσαλονίκη. Όταν ήλθανε και εκεί οι Έλληνες, ήλθα εδώ. Τώρα ήλθατε κοντά μου και εδώ! Δεν φεύγω τώρα για παραπέρα. Γέρασα και όπως βλέπω τα πράγματα, πάει η Τουρκία χάθηκε.
Και πράγματι τότε η Τουρκία ήτο τελείως διαλυμένη. Στρατός δεν υπήρχε πουθενά. Αν ήθελαν οι Σύμμαχοί μας θα πέρναμε και την Κωνσταντινούπολη….

Επίθεση Τσετών στο Παπαζλή. Ο θάνατος του Θύμιου Γάκη
Όταν ήμασταν στην Μαγνησία, άρχισαν προς τα πέρα να σχηματίζουνε το τούρκικο αντάρτικο, οι λεγόμενοι Τσέτες. Τακτικός στρατός δεν υπήρχε πουθενά.
Άρχισαν λοιπόν τις επιδρομές τους από το χωριό Παπαζλή, έξη ώρες μπροστά από τη Μαγνησία. Πιάσανε μάχη με τους κατοίκους του χωριού που ήτανε Ελληνικό. Κρατήσανε γερά οι Έλληνες. Για καπετάνιο είχανε το ΘύμνιοΓάκη[2] φυγάς από το Μέτσοβο. Είχε κλέψει κάποια συγγενή του Αβέρωφ. Τον καταδίωξαν και κατέφυγε στο Παπαζλή, όπου παντρεύθηκε. Είχε γυναίκα και παιδιά. Πολέμησε λοιπόν, παροτρύνοντας και τους άλλους καταπάνω τους, φωνάζοντας:
-Ζήτω η Ελλάδα!
Πυροβολώντας από μανία κατά των Τούρκων, ώσπου τους νίκησαν. Αλλά τελευταία τον πήρε μία σφαίρα και σκοτώθηκε. Εν τω μεταξύ πριν από εμάς πήγε ένα τμήμα από τη Μαγνησία να τους βοηθήσει αλλά δεν πρόλαβε. Έτσι πήρανε το πτώμα του Θύμνιου Γάκη να το φέρουνε στη Μαγνησία να το θάψουνε με τιμές.
Εν τω μεταξύ διατάχθη το Τάγμα μας με διοικητή τον Κατσαρέλη [3] να πάμε να μείνομε μόνιμα προφυλακές στο Παπαζλή.

Διέλευση από Σουσουρλού
Βαδίζοντας προς τα εκεί, στο χωριό Σουσουρλού, συναντήσαμε το τμήμα που επέστρεφε μέσα σε ένα κάρο το πτώμα του Θύμνιου Γάκη. Το χωριό αυτό ήτανε όλο Ελληνικό, πολύ γόνιμο. Θυμάμαι περνούσαμε στον δρόμο και δεξιά-αριστερά πολλά καρπούζια. Οι στρατιώτες βγάζανε τα ξίφη τους και τα δοκιμάζανε. Πέρνανε τα καλύτερα και τα τρώγανε, όπως κι εγώ.

Διέλευση από Κόλντερε
Περνούμε ένα άλλο χωριό Κόλταρη και αυτό ελληνικό. Φυγάδες όλοι, Μανιάτες. Ήχανε πολλά ταβερνάκια. Μάλιστα είχε ταβέρνα κι ένας από την Τσούκα, ο περιβόητος Πλιάγγος, ο οποίος μετά έκανε τον πραματευτή στα χωριά μας.

Στο Παπαζλί
Μετά μία ώρα φθάσαμε στο Παπαζλή (Εικ.9). Μας υποδέχτησαν όλο το χωριό. Ήτανε αρκετά μεγάλο με ωραία μαγαζιά, καφενεία καθώς και μεγάλο εμπορικό των αδελφών Αφοί Σαμιώτη. Άλλοτε πηγαίνανε και οι Τούρκοι των γύρω χωριών και ψωνίζανε. Εκεί βρήκαμε και το Σουσούρη, τον μετέπειτα καθηγητή στη Μακρακώμη. Επίσης πήγαν όλοι οι Αξιωματικοί και συνελυπήθησαν τη γυναίκα του Θύμνιου Γάκη.
Όλος ο στρατός στρατονίσθηκε στα σπίτια, ευγενώς προσφερόμενα από τους κατοίκους. Βγάλαμε όμως προφυλακές σε κέρεια σημεία για την ασφάλειά μας.
Το γραφείο του Λόχου μας το ήχαμε στην πλατεία. Κοντά έμενε ο Λοχαγός και ο Επιλοχίας. Δεν με στείλανε στο στοιχείο μου, ως Δεκανέα πολυβόλων που ήμουνα, χάριν της παρέας και φιλίας που είχαμε κατά την εκστρατεία της Ρωσίας, που τους φρόντιζα για τροφές και άλλα. Με κράτησαν στο γραφείο να βοηθώ τον σιτιστή και να λογοκρίνω τα γράμματα των στρατιωτών, που στέλνανε στα σπίτια τους. Εμένα δεν μου άρεσε να διαβάζω ξένο γράμμα. Κατ’ ανάγκη άνοιγα 2-3 και τα άλλα τα σφράγιζα.
Καθόμουν λοιπόν χωρίς μεγάλη απασχόληση. Έκανα παρέα δίπλα μας τον τσαγγάρη του Λόχου μας, Γεώργιο Τσαδήμα από τη Λάσπη. Γύριζα στην πλατεία συζητώντας με τους κατοίκους πως τα περνούσαν με τα γύρω χωριά, τους Τούρκους. Μου λέγανε πως τα περνούσανε πολύ καλά. Συνεργαζότανε σε όλα, τους εκμεταλευότανε σε όλα διότι είχανε πολλά περιβόλια και μαγαζιά.
Καλλιεργούσαν σε μεγάλο βαθμό καπνά. Είχανε και εθήματα καλά. Είχανε το έθιμο όποιος αρμαδιάσει τις περισσότερες αρμάδες, πήγαινε στο καφενείο και κρεμούσε στο κέντρο του καφενείου την βελόνα του. Όταν την άλλη μέρα τον περνούσε άλλος, την κατέβαζε και κρέμαγε τη δική του. Με αυτό το έθιμο δημιουργόταν συναγωνισμός και τελείωνε γρήγορα το αρμάδιασμα.
Στο Τάγμα μας ήτανε και ο Λοχαγός Γ.Μπουρδάρας[4] από τη Φουρνά, ο οποίος μετά έγινε υπουργός. Μείναμε εκεί σχεδόν περί τους 2 μήνες ανενόχλητοι, χωρίς να βλέπομε καμία κίνηση. Μόνο με τα κιάλια βλέπανε στο απέναντι τουρκοχώρι μικρές κινήσεις. Όμως αυτοί συγκέντρωναν δυνάμεις κρυφά. Επειδή το Παπαζλή ήτο μακρυά από τη Μαγνησία που ήτανε το Σύνταγμα, σχεδόν απομονωμένο, ενόμισαν πως θα μπορούσαν να μας αιχμαλωτίσουν, αν δε μη, να μας κάνουνε μεγάλες ζημίες.

Μάχη του Παπαζλί
Μία νύκτα μαζευτήκανε περί τους χίλιους, μισοί πεζοί και μισοί καβαλάριδες. Οι δικοί μας δύναμη ένα Τάγμα. Δεν έφτανε τους 500. Φθάσανε νύχτα και κυκλώσανε το χωριό ολόγυρα.
Πρωΐ-πρωΐ καθώς πηγαίναμε για ρόφημα άρχισαν να μας βάλουν από πάνω, που ήτανε ένα ύψωμα. Αμέσως κτυπάνε συναγερμό οι σαλπιγκτές και όλα τα τμήματα παρατάχτηκαν στις άκρες του χωριού. Άρχισαν να μας βάλουνε από τα υψώματα οι πεζοί και από τον κάμπο οι καβαλάρηδες. Η δική μας αντίσταση ήτο σθεναρά, ρίχνοντας αδιάκοπα σφαίρες και χειροβομβίδες. Τα πολυβόλα κελαϊδούσαν αδιάκοπα. Ο εφοδιασμός τους δεν έπαυε, κουβαλώντας οι χωριανοί κιβώτια με φυσίγγια.
Ο Λοχαγός μου, ο Επιλοχίας, εγώ, καθώς και το επιτελείο του Τάγματος πήγαμε στο άκρο του χωριού σε μία εκκλησία[5]. Ο Ταγματάρχης με ανέβασε στο καμπαναριό να βλέπω τις κινήσεις του πολέμου και να τις μεταδίδω. Πράγματι έβλεπα όλα τα σημεία των μαχών, που είχε ανάψει το πελεκούδι. Κυρίως το ιππικό τους κινείτο πέρα δώθε και ενεθάρρυνε τους πεζούς. Αλλά η μαχητικότης των δικών μας δεν κάμπτετο και συνεχιζότανε η μάχη. Κυρίως από το ύψωμα επάνω του χωριού μας κάνανε ζημιά σε τραυματίας.
Εγώ συνέχιζα να φωνάζω να ακούνε οι κάτοικοι τις εξελίξεις των μαχών. Εν τω μεταξύ περιμέναμε μήπως καμία βοήθεια. Αλλά πώς να έλθη, εφόσον μας κόψανε το τηλέφωνο. Ευτυχώς κάποιο φυλάκιο της Μαγνησίας άκουσε τις μάχες και ειδοποίησε το Σύνταγμα.
Αμέσως ο Πλαστήρας παίρνει το ιππικό του, που είχε καταρτίσει με τα άλογα της Ρωσίας, που αγοράσαμε με μία κουραμάνα το καθένα και έτρεξε προς βοήθειά μας.
Η αλήθεια είναι πως τα χρειαστήκαμε βλέποντας από το καμπαναριό τον μεγάλο όγκο των Τσέτηδων. Αλλά τα τμήματά μας κρατούσανε σθεναρά τη θέση τους, με την αγωνία που μας είχε καταλάβη όλους, τι μέλει γενέσθαι εάν καμφθούν οι προφυλακές.
Ο Ταγματάρχης βημάτιζε νευρικά στο πλακόστρωτο της εκκλησίας και όλο με φώναζε:
-Τι βλέπεις τώρα Παπανικολάου;
Τον ενημέρωνα συνεχώς αλλά τον έβλεπα ανήσυχο καθώς και το Λοχαγό μου που ήτανε μαζί με όλους τους Επιτελείς του Τάγματος. Μέσα σε αυτήν την αγωνία όλων μας, έλαμψε το πρόσωπό μου βλέποντας από τον δρόμο της Μαγνησίας να έρχεται ο Πλαστήρας με το ιππικό του. Αμέσως φωνάζω στον Ταγματάρχη:
-Έρχεται ο Πλαστήρας!
Και στάθηκε η καρδιά όλων μας, προτού μπη στο χωριό. Ήτανε ένα ύψωμα και από εκεί παρακολουθούσε την πορεία των μαχών. Κι εκεί είχαν δύναμη οι Τούρκοι αλλά μόλις είδανε το ιππικό το σκάσανε. Ήλθε μέσα συσκέφθη με τον Ταγματάρχη για τα μέτρα που είχε πάρει. Έδωσε και αυτός τις δικές του γνώμες.
Άρχισε αντεπίθεση που τους τσακίσανε κυριολεκτικά. Τους έβλεπα από το καμπαναριό που φεύγανε και φώναζα:
-Κτυπάτε τους φεύγουνε!
Για λίγο διάστημα χαθήκανε καθότι είδανε και τον Πλαστήρα με το ιππικό και τα χρειαστήκανε. Συνεκεντρώθη το Τάγμα έγινε απολογισμός και είχαμε 5 τραυματίες μόνον. Ενώ από αυτούς γέμισαν τα αμπέλια πτώματα διότι ήτανε επιτιθέμενοι. Έκτοτε ησυχάσαμε δεν ματα μας ενόχλησαν και περνάγαμε καλά.

Μία οικογένεια από το Παπαζλί
Γνωρίστηκα με μία καλή και ευκατάστατη οικογένεια. Είχε 2 κόρες και 2 αγόρια σχεδόν μεγάλα. Επειδή είχαν αρκετό σπίτι μου πρότειναν να πάμε το γραφείο εκεί και ούτως έγινε. Είπα στον συνομήλικό μου και αδελφικό μου φίλο Επιλοχία Καρακώστα. Δέχτηκε και εγκατασταθήκαμε εκεί. Μας περιποιόντουσαν τακτικά με τραπέζια. Με τα παιδιά τους και κορίτσια φερόμασταν σαν αδέλφια. Δεν άργησε όμως ο Επιλοχίας να τσιμπιθή κατάφορα με την μεγάλη αλλά ήτανε ντροπαλός και ντρεπότανε να εκδηλωθή. Εμπιστεύθηκε σε μένα την πάθησή του. Βλέποντας και εγώ τον κεραυνοβόλο έρωτά του ηναγκάσθην το έκαμα γνωστό στον πατέρα της και αρραβωνιάστηκαν. Μετά, όταν απολύθηκα εγώ, παντρεύτηκαν.
Με την καταστροφή της Μικράς Ασίας ήλθαν πρόσφυγες στη Λαμία. Του παραχώρησαν ένα δωμάτιο κοντά στην κλινική «Μητέρα», τότε χαμόσπιτα. Έμαθα που ήλθανε, μάλον με ειδοποίησαν. Και πήγα και τους βρήκα. Πέρασα από το ζαχαροπλαστείο και παράγγειλα γλυκά κώκ και τους πήγα. Μόλις με είδανε αναστενάξαν όλοι τους. Με αγγάλιασαν όλοι και με φιλούσανε διηγώντας τα χάλια τους που αφήσανε το νοικοκυριό τους.
Ο Καρακώστας εν τω μεταξύ είχε γίνει αξιωματικός και ήτανε στην Αθήνα μαζί με τη γυναίκα του. Κάθησαν λίγο καιρό στη Λαμία. Ήρθε ο γέρος στη Μακρακώμη και με βρήκε. Του έδωσα ότι μπορούσα και ένα σακκί κάρβουνα να ζεσταίνοντε. Μετά τους δόσανε χωράφια στην Κοζάνη και πήγανε εκεί.

Συνάντηση με τον Αλέκο Γρίβα από τη Μακρακώμη
Στο Παπαζλή λοιπόν μείναμε αρκετό καιρό. Μία μέρα πήγα να πάρω άχυρο για τα ζώα της πολυβολαρχίας μας από το χωριό Κόλτερα [Koldere] που ήτανε στο μέσο Μαγνησίας και Παπαζλή. Εκεί βρήκα τον Αλέκο Γρίβα, τον οποίο δεν εγνώριζα. Με ρώτησε αυτός:
-Από πού είσαι;
Του λέγω:
-Από τη Μακρακώμη.
-Δεν είσαι από εκεί διότι εγώ είμαι από εκεί και θα σε γνώριζα.
Του λέγω μετά:
-Από το Ροβολιάρι.
Μιλήσαμε αρκετή ώρα. Αυτός ήτανε στα τηλέφωνα του Συντάγματος κι έφτιαχνε τις γραμμές.

Πάσχα 1920 στο Σουσουρλού
Ξεχειμωνιάσαμε στο Παπαζλή. Την Άνοιξη παραμονές του Πάσχα αντικατασταθήκαμε και κατεβήκαμε στο Σουσουρλού[6]. Εκεί θα κάναμε το Πάσχα. Έπρεπε λοιπόν να βάψουμε αυγά για όλους τους στρατιώτας. Λέγει ο Λοχαγός:
-Άντε Παπανικολάου, πάρε λεπτά και 2 στρατιώτας και πάνε προς τα κάτω κατά το ποτάμι[7]. Εκεί είναι πολλά χωριά ελληνικά, όπως μου είπανε.
Αμέσως αναχώρισα με τα παιδιά και έφτασα σε ένα χωριό κοντά στο ποτάμι. Κι εκεί φυγάδες με πολλούς Ρουμελιώτες. Μόλις μπήκαμε στο καφενείο μας καλοσώρισαν όλοι. Μας κέρασαν καφέδες και άρχισαν να μας ρωτούν από πού είμαστε.
Τους λέγω:
-Εγώ είμαι από τη Λαμία.
-Ποιό χωριό;
Λέγω:
-Από τη Μακρακώμη.
Πετάγονται 3-4 και λέγουν:
-Εγώ είμαι από το Πλατύστομο
Άλλος λέγει:
-Εγώ είμαι από τη Γιαννιτσού.
Και άλλος δεν θυμάμαι…
Ο ένας λεγότανε Μπογιαντός. Μου λένε:
-Πώς ήλθατε στο χωριό μας;
Τους λέγω:
-Ήλθα για αυγά, να βάψομε για το στρατό.
Αμέσως στείλανε μερικά παιδιά και μαζέψανε αρκετά. Βγάζω να τα πληρώσω και δεν δεχτήκανε.
-Ντροπή μας, λένε, να πάρομε λεπτά από το στρατό μας.
Από εκεί περάσαμε απέναντι από το ποτάμι σε μεγαλύτερο χωριό. Τα ίδια και εκεί. Μας φέρανε και εκεί πολλά αυγά πρόθυμα όλοι. Νύχτωσε και μείναμε εκεί το βράδυ. Μας κάνανε τραπέζι στην ταβέρνα. Μας πότισαν και πολύ κρασί που είχαμε ζαλισθή. Μας πήγανε για ύπνο σε ένα δωμάτιο πεντακάθαρο στροματσάδα. Δίπλα μας βάλανε από ένα δοχείο χωμάτινο με νερό. Τη νύχτα ξύπνησα και το είπια όλο από την αναμάρα που είχα.
Το πρωΐ Μεγάλη Πέμπτη τα πήγα στο Σουσουρλού φορτωμένα σε ένα ζώο που ευγενώς προσεφέρθη να μας φέρη κάποιος γέρος. Σε αυτό το χωριό ήτανε φυγάς από εδώ ο Χαντσαρούλας ο Ζαφείρης αλλά δεν τον βρήκαμε, ήταν τσοπάνος. Θυμάμαι ήλθε τότε στην Μαγνησία να τον βρή το παιδί του ο Βασίλης, φορούσε κάτι τσαρουχάκια.
Μόλις τα πήγα στο γραφείο θαύμασε ο Λοχαγός που έφερα περισσότερα από όσοι ήμασταν στοTάγμα και δόσανε και μερικά στο Σύνταγμα. Κάναμε ωραίο Πάσχα. Ψήσαμε και αρνιά, χορέψαμε. Στο λόχο μας είχαμε και τον μπαρμπα-Κώστα Σακελλάρη που κάθεται κοντά στο συμπέθερο Παντσούλα. Επίσης και έναν από την Καργιά που τον λέγανε Τηρτήγκα Ηλία.

Μάχη και κατάληψη του Τατάρκιοϊ
Εν τω μεταξύ μπροστά στο Σουσουρλού που μέναμε ήτανε ένα μεγάλο τουρκικό χωριό, το λέγανε Τατάρι[8]. Από εκεί μας ενοχλούσανε τακτικά. Αναγκαστήκαμε να τους διώξουμε αλλά δεν επιτρεπόνταν πυροβολικό, μόνο όπλα και πολυβόλα.
Κινήσαμε λοιπόν ένα πρωΐ ως παράταξη οι Λόχοι. Ήλθανε και τα άλλα τμήματα από τη Μαγνησία, 2 τάγματα. Εμένα ο Ταγματάρχης μου με ώρισε σύνδεσμο κοντά στον ΤαγματάρχηΣαράφη, τον μετέπειτα αρχηγό του στρατού Ελάς. Άρχισε η μάχη και καιγότανε το πελεκούδι. Αυτοί είχανε κάμει και χαρακώματα και μας βάλανε καλλίτερα. Εμείς προχωρούσαμε πρηνιδόν καλυπτόμενοι από τας σούδας των χωραφιών. Είχανε ως και στο ντζιαμί του χωριού πολυβόλο και μας κτυπούσε. Προχωρώντας λοιπόν εγώ με το Σαράφη και ένας άλλος σύνδεσμός μας πέσαμε και οι δυό μας σε ένα νεροφάγωμα. Ο Σαράφης πίσω από μία γκορντσιά. Του λέγω:
-Κύριε Ταγματάρχη πέσε κάτω.
Οι σφαίρες ερχότανε βροχή. Μου λέγει:
-Καλά είμαι. Εδώ είναι η θέση μου.
Κοιτάζω να δω τον σύντροφό μου, σκοτωμένος στον τόπο. Τον πήρε μία σφαίρα στη μύτη και έμεινε στον τόπο. Διήρκεσε η μάχη μέχρι 3 ώρες. Όταν επί τέλους τους βγάλαμε και φεύγανε σαν κοπάδια. Μου λέγει ο Ταγματάρχης:
-Άντε λίγο Δεκανέα προχώρα. Πες εις τους Λόχους να σηκωθούν διότι βλέπω φύγανε.
Κοίταζε με τα κιάλια.
-Προχώρα, φωνάζω. Σηκωθείτε παιδιά φύγανε!
Άρχισαν λοιπόν να σηκώνοντε. Και μόλις σηκώθηκε ένας έφεδρος Ανθυπολοχαγός από την Τσούκα, κουνιάδος του Πιλάτου, τον παίρνει μία σφαίρα στο κεφάλι και έπεσε στον τόπο. Και ο φουκαράς ο Σκούρας ήτανε απολυόμενος[9]. Είχαμε αρκετούς τραυματίες και σκοτωμένους. Είχε απολυθή προ δέκα ημερών αλλά δεν του δίνανε το φύλο επειδή περιμέναμε αυτή την επιχείρηση καθώς και για τη δική μας ηλικία το δεκατέσσερο αργότερα, ενώ μας απόλυσε το υπουργείο. Μας κράτησαν ακόμη ένα μήνα ο Πλαστήρας με τον Κοντύλη. Ζητούσανε να τους στείλουνε στρατό από την Αθήνα και δεν στέλνανε διότι δεν είχαν πειθαρχία. Μένανε όλοι στην Αθήνα κουραμπγιέδες.
Τελείωσε η μάχη και καταλάβαμε το χωριό. Άρχισαν όλοι οι στρατιώτες τη λεηλασία και πέρνοντας όλοι πλιάτσικα από τα σπίτια. Από μία κότα ή πάπια όλοι στα χέρια. Εκεί αντάμωσα τον φίλο μου Ηλία Νέλα, τον μετέπειτα κουνιάδο μου με μία χήνα στα χέρια και μου λέγει:
-Εσύ δεν πήρες καμία;
Βγάζω και εγώ μία φυσεγγοθήκη και του τη δείχνω.
-Βλέπεις; Του λέγω. Σκότωσα ένα Τούρκο και την πήρα!
Ενώ την έβγαλα από έναν Τσέτα που ήτανε σκοτωμένος μέσα σε ένα χαράκωμα.

Απόλυση
Τελείωσε και αυτή η επιχείρηση και ανέλαβε κάποιο Τάγμα τον τομέα αυτόν. Εμείς πήγαμε πάλι στο Σουσουρλού. Καθήσαμε ένα μήνα. Ήλθε διαταγή να μας απολύσουν αλλά μας κρατούσαν με το έτσι θέλω κουφίζοντας στας διαταγάς του υπουργείου οι δύο Συνταγματάρχες Πλαστήρας και Κοντύλης, διότι δεν τους στέλνανε ενίσχυση από την Αθήνα. Τέλος με τα πολλά παράπονά μας εδέησαν να μας απολύσουν, αφού πρώτα κάναμε μία προέλαση για Φιλαδέλφεια[10] και εφόσον δεν βρήκαμε αντίσταση.
Φθάνοντας στο χωριό του Μπαράκη μας δώσανε τα απολυτήρια και μπήκαμε στο τραίνο που περνούσε από εκεί. Φθάσαμε στη Σμύρνη και από εκεί με το πλοίο στον Πειραιά και κατ’ ευθείαν στο σπίτι. Τότε ήτο ο Βασίλης με τη γυναίκα του τη μικρή Νίτσα και το παιδί του το Γιώργο. Επίσης ήτανε η μητέρα μας και η αδελφή μας Ζωή ανύπαντρη.
Χάρηκαν όλοι που εδέησε να απολυθώ έπειτα από τόσα χρόνια. Πήγαινα και εγώ στις δουλειές που ήχανε στα χωράφια. Άρχισα έκανα παρέα με τα παιδιά της ηλικίας μου. Κάθε Κυριακή μετά την εκκλησία μαζευόμασταν πότε στο μαγαζάκι του γαμπρού μας Τάκη και πότε στου Γόγου. Κερνιώμασταν με κονιάκ ή τσίπουρο. Μπαίναμε στο κέφι και αρχίζαμε τα τραγούδια του τόπου μας καθώς και άλλα που είχαμε κλέψει από άλλες περιφέρειες, όπως κάποιος Κουφιώτης που τραγουδούσε τον Μενούσιαγα.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ



ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ-ΕΠΕΞΗΓΗΣΕΙΣ

[1] «Τα κέντρα στην κοσμική παραλία της Σμύρνης, το ονομαστό «ΚΑΙ», ήταν:
το «Κράμερ» που διέθετε 2 ορχήστρες (ένα κουαρτέτο εγχόρδων και μια άλλη πιο ελαφρά) δίπλα το «Καφέ Φώτης» με 2 ορχήστρες (μία κλασική και μια με μαντολίνα) κατόπιν το «Καφέ Παρί» με τα γνωστά «Πολιτάκια» παραδίπλα ένα αντρικό στέκι με λαϊκά όργανα…..». από το σύνδεσμο: Μουσική και Μουσικοί από τη Σμύρνη.
[2] Για το Θύμιο Γάκη και τα γεγονότα που περιγράφονται από το Δημήτριο Παπανικολάου εντοπίσθηκε η εξής αναλυτική δημοσίευση:
«Ο Θύμιος Γάκης
ΕΝΑ ΑΚΟΜΗ περιστατικό, αποτελεί δείγμα των δεσμέσεων του Ελληνικού Στρατού, με τις συμμαχικές αποφάσεις για το “απαραβίαστον” της γραμμής που χάραξαν. Έξω από τη γραμμή εκείνην βρίσκεται η πόλις Αξάρι και το κοντινό χωριό Παπαζλή. Σ’ αυτό έχει καταφύγει από πολλά χρόνια ένας παλιός και θρυλικός “βασιλεύς των Ορέων” της Πίνδου, ο Θύμιος Γάκης ή Θυμιογάκης.
ΘΡΥΛΙΚΟΣ έγινε από τα πρώτα βήματα της δράσεώς του, χωρίς τόσο πολλές μάχες με αποσπάσματα, αιματοχυσία και θηριωδίες.
Ο χωρικός από τα καλύβια των Τρικάλων, όταν ήταν νέος, δούλεψε υπηρέτης στην οικογένεια της αδελφής του εθνικού ευεργέτη Γ.Αβέρωφ, με τα μεγάλα κτήματα στην Θεσσαλία. Ο πλούτος που έβλεπε τον ώθησε προς το δρόμο του εύκολου πλουτισμού και γι’ αυτόν. Στα πρώτα από την απελευθέρωση της Θεσσαλίας χρόνια, έχει συγκροτήσει συμμορία. Και δεν αργεί να πραγματοποιήσει ένα τρανταχτό άθλο: Την απαγωγή της ανηψιάς του Αβέρωφ Ευδοκίας. Αλλά και με την πρωτοτυπία για τα “λύτρα” που ζητάει: Τόσο χρυσάφι, όσο είναι το βάρος της δεκαεξάχρονης μικρής, δηλαδή 36 οκάδες λίρες!
Αν λογαριάσει κανείς πως μια οκά την κάνανε 120 περίπου “κομμάτια” φτάνει στο ποσόν των 4.300-4.500 λιρών. Το ποσόν είναι αληθινά μυθικό για την εποχή, όπως η λίρα είχε πολλαπλάσια πραγματική αξία από την τωρινή.
Αλλά το εισπράττει ο Θυμιογάκης, το εξασφαλίζει ποιος ξέρει πως και που, γίνεται θρύλος ο ίδιος ο χρυσοφόρος λήσταρχος, αλλά και το θύμα του, η μικρή πανέμορφη Ευδοκία. Χρόνια και χρόνια πολλά, στα χωριά της Πίνδου, θα την τραγουδούνε, με το όνομα Βασιλική, από το “βασιλαρχοντοπούλα” όπως την έλεγαν.
Φεύγει στο Τούρκικο ο λήσταρχος, μακρυά, όσο μακρυά μπορεί, στο Παπαζλή Αξαρίου, όπου αγοράζει χωράφια, και όπου κρύβει το υπόλοιπο του θησαυρού του. Αλλά ο νόμος τον φθάνει ως εκεί, όπως έχει κατηγορίες και για δράσι στο τούρκικο (στην τουρκοκρατούμενη τότε Ήπειρο).
Καταδικάζεται σε πολυετή φυλάκισι και κλείνεται στο φοβερό “Μπουντρούμι” (το φρούριο της Αλικαρνασσού). Με το “χουριέτ” όμως (το Σύνταγμα) του 1908, παίρνει χάρι. Στο Παπαζλή τον περιμένει πάντα ο ψυχογιός του Κατράνας. Αγοράζει κι’ άλλα χωράφια και κοπάδια. Γίνεται ο πρώτος μεγαλονοικοκύρης εκεί. Παντρεύεται, έχει παιδιά. Ούτε και με τον Κατράνα κάν, δε μιλάνε για τα παλιά. Τα “περασμένα, ξεχασμένα”.
ΞΑΦΝΙΚΑ, κάποια μέρα τινάζονται από το λήθαργο και οι δύο τους. Από τα ελληνικά κανόνια που βροντούν. Από το ελληνικό σύνταγμα που μπαίνει στο τόσο μακρινό Παπαζλή. Το 5ο Τρικάλων με στρατιώτες τα παιδιά και τα εγγόνια συμπατριωτών και φίλων των δύο γερόντων.
Ο μεγαλονοικοκύρης του χωριού σφάζει κοπάδια ολόκληρα να τα σουβλίσουν οι συμπατριώτες του. Όλο το σύνταγμα. Θεριεύουν τώρα οι αναμνήσεις κι’ η νοσταλγία του Θύμιου και του Κατράνα.
Αλλά το Αξάρι βρίσκεται λίγα χιλιόμετρα έξω από την “ζώνη” ελληνικής κατοχής, του 1919, στη Μ.Ασία. Το σύνταγμα είναι υποχρεωμένο να αποσυρθή λίγα χιλιόμετρα πάρα πίσω.
Τι θα γίνει τώρα; Θα ξαναγυρίσουν οι Τούρκοι, κυρίαρχοι στο χωριό; Μια και αρματώθηκε όμως ξανά ο απόστρατος γερολήσταρχος και το πρωτοπαλλήκαρό του, μια που γεύθηκαν την ελευθερία, η καρδιά τους δεν το δέχεται να ξαναγίνουν ραγιάδες!
Ο Θυμιογάκης γίνεται τώρα αντάρτης καπετάνιος. Εξοπλίζουν και όλους τους Έλληνες του Παπαζλή. Σε συναγερμό και με τις οδηγίες που πήρανε, σκάβουν χαρακώματα, στήνουν καραούλια, κρατούν ψηλά και περήφανα τη σημαία που ύψωσαν.
ΤΟ ΠΡΟΚΕΧΩΡΗΜΕΝΟ ανεξάρτητο ελληνικό φυλάκιο με καπετάνιο τον Θυμιογάκη, κρατιέται απάτητο από τους τσέτες, δύο μήνες.
Τον Αύγουστο του 1919 όμως, αντιμετωπίζει επίθεσι ολόκληρου στρατού από χίλιους τσέτες με αρχηγό τον Ντεμερτζή εφέ (καπετάνιο). Οι δύο απόστρατοι “βασιλείς των ορέων” εμψυχώνουν τους αποφασισμένους χωρικούς. Μαζί τους μάχεται απτόητη και η κόρη του καπετάνιου, η Γαρέφω.
Ώρες πολλές κρατάει η μάχη. Αχολογάει ο τόπος, ρεματιές και ρουμάνια. Οι μακρινές ομοβροντίες αποτελούν και ειδοποίηση για το ελληνικό σύνταγμα που οι αποφάσεις και εντολές των Δυνάμεων το κρατούν καθηλωμένο, σ’ εκείνη την ζώνη που έχουν χαράξει οι αντιπρόσωποί τους, που απαγορεύεται στα ελληνικά τμήματα να την υπερβούν.
Τώρα όμως, οι ώρες είναι τέτοιες που δεν επιτρέπουν προσήλωσι σε τύπους και διασυμμαχικές εντολές. Αν πατήσουν το χωριό οι τσέτες με τους εφέδες τους, θα κατασφάξουν όλους τους Έλληνες, μαχητές και γυναικόπαιδα.
Βιαστικά αποστέλλεται στον τόπο της μάχης ένας λόχος πεζών και ένας σχηματισμός καβαλαραίων. Θα προλάβουν όμως; Η απόστασις είναι αρκετά μεγάλη.
Προλαβαίνουν βάζουν τους τσέτες μεταξύ δύο πυρών. Πρώτος ξεχωρίζει τα ελληνικά βόλια ο γεροκαπετάνιος και μεταδίνει με φωνές άγριας χαράς το μήνυμα στους δικούς τους:
-Αχά, φτάσανε, τηράτε, ακούτε…
Ο ΕΝΘΟΥΣΙΑΣΜΟΣ τον παρασύρει, τώρα στα γεράματα. Πετάγεται ακάλυπτος, έξω από το ταμπούρι του. Μια σφαίρα εκείνων που φεύγουν, τον βρίσκει κατάκαρδα. Έτσι, εκεί “τελείωσε” ο τραγουδισμένος στον μακρυνό τόπο του παλιός λήσταρχος.
Στον τόπο τους, στα χωριά τους-Μέτσοβο και Καλύβια-θα γυρίσουν μόνο ο Κατράνας και η Γαρέφω. Παρασημοφορημένη και η τελευταία για την πολεμική της δράσι.
Ο Θυμιογάκης έμεινε για πάντα στο μακρυνό Μικρασιατικό χωριό…». Από το βιβλίο: Φοίβου Ν. Γρηγοριάδη, Διχασμός-Μικρά Ασία 1909-1930 Ιστορία μιας εικοσαετίας, Τόμος πρώτος, Αθήνα 1971, σελίδες 291, 292.
[3] Με το επώνυμο Κατσαρέλης στη Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια υπάρχουν οι εξής:
-Κατσαρέλης Δημήτριος του Ιωάννου, Συνταγματάρχης πεζικού γεννηθείς το 1869 στις Καρούτες. Μετείχε των πολέμων 1897, 1912-13 και 1917-22. Αποστρατεύθηκε στις 23 Αυγούστου 1922.
-Κατσαρέλης Κωνσταντίνος του Ηρακλέους, Αντισυνταγματάρχης επιμελητείας γεννηθείς το 1877 στις Καρούτες. Μετείχε των πολέμων 1912-13 και 1917-22.
-Κατσαρέλης Σπήλιος του Ηρακλέους, Αντισυνταγματάρχης πεζικού γεννηθείς το 1887 στις Καρούτες. Μετείχε των πολέμων 1912-13 και 1917-22.
(από: ΜΣΝΕ τόμος 4, σελίδα 288).
[4] Μπουρδάρας Γεώργιος του Νικολάου, Αντισυνταγματάρχης πεζικού. Γεννήθηκε το 1888 στο Φουρνά Ευρυτανίας. Μετείχε των πολέμων 1912-13 και 1917-23. Μετατέθηκε σε τιμητική αποστρατεία την 1 Ιουνίου 1926 (από ΜΣΝΕ, τόμος 4, σελίδα 671.
[5] Η εκκλησία του χωριού ήταν αφιερωμένη στον άγιο Γεώργιο και γιόρταζε των αγίων Αναργύρων (1η Ιουλίου) και του αγίου Γεωργίου. Στον περίβολό της στεγάζονταν τα σχολεία του χωριού. Η εικόνα των αγίων Αναργύρων, η οποία βρισκόταν στο ναό του Αγίου Γεωργίου, προερχόταν από κοντινό τουρκικό χωριό. Βλ. Αρχείο Προφορικής Παράδοσης Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, φάκ. Α 27, Παπαζλί. (Πηγή: Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού-Μικρά Ασία).
[6] Το χωριό Σουσουρλού δυστυχώς δεν κατέστη δυνατόν να ταυτισθεί με αντίστοιχο σημερινό. Βρισκόταν ανάμεσα στη σημερινή Manisa και στο Saruhanli.
[7] Εννοεί τον ποταμό Έρμο (τουρκ. Gediz Nehri).
[8] Το Τατάρι ή Τατάρκιοϊ σήμερα είναι η συνοικία Yilmaz Mahallesi του Σαρουχανλί (τουρκ. Saruhanli).
[9] Στο βιβλίο Αγώνες και νεκροί 1830-1930, τόμος Β΄ 1919-1930, Εν Αθήναις 1930, σελίδα 12 αναγράφεται:Σκούρας Ιωάννης του Α., ανθ/στής γεν. εις Τσούκαν Φθ/κίδος, απεβ. 1919 Νοεμβρίου 19 εις Στρ. Νοσ. Μαγνησίας.
Ο συμπολεμιστής του Δημήτριος Παπανικολάου τον αναφέρει ως απολυόμενο έφεδρο Ανθυπολοχαγό από την Τσούκα, κουνιάδο του Πιλάτου που σκοτώθηκε επιτόπου στη μάχη του Ταταρίου.
[10] Σήμερα στα τουρκικά ονομάζεται Alaşehir.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου