Λέξη | Ορισμός | Συνώνυμο |
αβάρετος | ο χωρίς ανάπαυση, δραστήριος, εργατικός | |
αγιασμόκουπα | μικρή κούπα από άσπρη πορσελάνη που χρησιμοποιούσαν κάθε πρωτομηνιά στον αγιασμό των σπιτιών | |
αλασόν(ι) | φυτό εκχύλισμα του οποίου χρησιμοποιούσαν στην απόσταξη για τσίπουρο. | |
αλισβερίσι | δοσοληψία | |
αλουσά (η) | διάλυμα στάχτης για το πλύσιμο χάλκινων σκευών | |
αμελέτ ταμπουρού | τάγματα εργασίας | |
αμπελοζούμι | χυμός από κλαδιά αμπέλου που μάζευαν στο κλάδεμα κι έπαιρναν ως καταπραϋντικό για το στομάχι | |
απολοιφάδ(ι) | υπόλοιπο σαπουνιού, για το ξύρισμα. | |
αράδα (η) | σειρά, γραμμή | |
αραμάδα (η) | χαραμάδα, σχισμή, ρωγμή | |
αραφάν (το) | τροχάδην βηματισμός αλόγου | |
αριάν(ι) | γιαούρτι αραιωμένο σε κρύο νερό | |
αστράχα | γωνία σκεπής, ακροκέραμο | |
άσωτος | .................... | |
αφορμίζω | ερεθίζομαι (για πληγές ή τραύματα) | |
αχύρα | .................... | |
βαγόνι | τελάρο ξήρανσης αρμαθών καπνού, λιάστρα | |
βαρ(υ)κός | τόπος υγρός, εύφορος | |
βαράκ(ι) | πολύ λεπτό μεταλλικό έλασμα (χρυσό ή ασημένιο) που κολλούσαν,διακοσμητικά στα κρέατα και στα φρούτα | λιάστρα |
βαρειοκουβέντα | βρισιά, προσβολή | |
βαρούμενη (η) | έγκυος | |
βελοσιπέτ(ι) | ποδήλατο, γ. vélocipède | |
βέντρα | ..................... | |
βεράνι (το) | ερείπιο | |
βέργα (η) | λεπτό κλαδί, αρμάθα καπνού | |
βερεσέ | επί πιστώσει | |
βίτσα (η) | λεπτή βέργα | |
βολά (η) | φορά | |
γανιάζω | διψάω πολύ, λαχταράω | |
γεμενιά (τα) | υποδήματα αντρικά από κατσικόδερμα | |
γερανίκι (το) | η βεγγέρα, νυχτερινή επίσκεψη | |
γιαβουκλής-ού | αγαπητικός, μνηστήρας | |
γιαγίν(ι) | ξύλινο κυλινδρικό δοχείο για το "χτύπημα" του γάλακτος για να βγεί το βούτυρο | |
γιαλαμάς | εξάνθημα, έρπης στα χείλη |
Κυριακή 24 Μαρτίου 2019
Γλωσσάρι των προγόνων μας από το Κόλντερε (Αρχείο Δημήτρη Λιακάκου)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)